ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
Αμέτρητες φορές περπατάμε ανέμελα στη φύση και καθώς το βλέμμα μας πέφτει σε δέντρα, νερά, λιβάδια και σιτοβολώνες, λόφους και σπίτια και χίλιες διαφορετικές εναλλαγές συννεφιάς και φωτός, επιδεικνύει κάθε φορά πολύ διαφορετικό βαθμό προσοχής.
Η πλέον θεμελιώδης τραγωδία του πνεύματος εν γένει, η οποία κατά τους νεώτερους χρόνους έφτασε στην πλήρη εκδήλωσή της δεσπόζοντας στη διαδικασία του πολιτισμού, ίσως να είναι το γεγονός ότι το μέρος ενός όλου μετατρέπεται σε αυτόνομο όλον αποσπώμενο από το πρώτο και αξιώνοντας απέναντί του ένα δικό του δίκαιο.
Μέσα από την πολλαπλότητα των σχέσεων μέσα στις οποίες διαπλέκονται μεταξύ τους οι άνθρωποι, οι ομάδες, τα μορφώματα, ερχόμαστε παντού αντιμέτωποι με ένα δυϊσμό όπου αυτό που είναι μεμονωμένο επιθυμεί να αποτελέσει ένα όλον, ενώ η ένταξή του σε ένα μεγαλύτερο όλον θέλει να του παραχωρήσει μονάχα το ρόλο του μέλους. Αντιλαμβανόμαστε το κέντρο μας ταυτόχρονα έξω από μας και μέσα μας, διότι τόσο εμείς οι ίδιοι όσο και το έργο μας δεν είμαστε παρά απλά στοιχεία κάποιων ολοτήτων οι οποίες απαιτούν τη μονόπλευρη προσαρμογή μας σ’ ένα καταμερισμό εργασίας, ενώ την ίδια στιγμή εμείς θέλουμε παρ’ όλα αυτά να είμαστε και να δημιουργήσουμε κάτι ολοκληρωμένο και αυτοδύναμο.
Κατ’αρχάς, το να αποτελούν φύση όσα είναι ορατά σε ένα κομμάτι γης – ενδεχομένως και έργα ανθρώπινα που, όμως, εναρμονίζονται με αυτήν- και να μην είναι δρόμοι με καταστήματα και αυτοκίνητα, δεν φτανει για αν καταστήσει τοπίο αυτήν την τοποθεσία. Με τον όρο φύση εννοούμε την ατέρμονη συνάφεια των πραγμάτων, την αδιάκοπη γέννεση και την καταστροφή των μορφών, την κυμαινόμενη ενότητα του γίγνεσθαι η οποία εκφράζεται με τη συνέχεια της ύπαρξης μέσα στο χώρο και το χρόνο. Όταν χαρακτηρίζουμε κάτι το πραγματικό ως φύση, ή εννοούμε κάποια εσωτερική ποιότητα, τη διαφορά του έναντι της τέχνης και του τεχνητού, έναντι του ιδεατού και του ιστορικού, ή ότι θα πρέπει να ισχύει ως εκπρόσωπος και σύμβολο εκείνου του συνολικού είναι, έτσι ώστε να ακούμε τη ροή του τελευταίου να ηχεί μέσα σ’αυτό. «Ένα κομμάτι φύσης» αποτελεί στην πραγματικότητα εσωτερική αντίφαση. Η φύση δεν τεμαχίζεται, είναι η ενότητα ενός όλου ∙ τη στιγμή που κάτι θα αποσπαστεί από αυτήν, παύει πλέον ν’αποτελεί κάτι το ολότελα φυσικό, και ο λόγος έιναι ότι μπορεί να είναι «φύση» μόνο στο πλαίσιο αυτής της δίχως όρια ενότητας, μόνο ως κύμα αυτού του συνολικού ρεύματος.
Το να βλέπει κανείς ως τοπίο ένα κομμάτι εδάφους, μαζί με ότι υπάρχει πάνω σε αυτό, σημαίνει να παρατηρεί, αυτή τη φορά από τη δική του πλευρά, ένα απόσπασμα της φύσης ως ενότητα, κάτι τα οποίο καθίσταται εντελώς ξένο προς την έννοια της φύσης.
Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η Αρχαιότητα και ο Μεσαίωνας δεν είχαν καμία αίσθηση το τοπίου, αφού το ίδιο το αντικείμενο δεν υπήρχε ακόμα με εκείνη την ψυχική αποφασιστικότητα και την αυτόνομη διαμόρφωση που την οριστική επίτευξη τους επιβεβαίωσε αργότερα και τρόπον τινά αξιοποίησε η γένεση της ζωγραφικής τοπίου.
Το γεγονός ότι η ικανότητα καλλιτεχνικής απεικόνισης που διαθέτει ο καθένας φτάνει, ειδικά στην περίπτωση του τοπίου, σε μια ανώτερη πραγμάτωση απ’ ότι, σ’ εκείνη της θέασης ανθρώπων, έχει πολλές και διάφορες αιτίες. Πρώτα απ’ όλα, το τοπίο βρίσκεται απέναντι μας σε μια απόσταση αντικειμενικότητας η οποία είναι χρήσιμη στην καλλιτεχνική συμπεριφορά και δεν μπορεί να επιτευχθεί εύκολα και άμεσα στην περίπτωση της θέασης του άλλου ανθρώπου. Διότι σε αυτή την τελευταία περίπτωση, μας εμποδίζουν να την κατακτήσουμε οι υποκειμενικές αποκλίσεις που οφείλονται στη συμπάθεια και την αντιπάθεια, οι πρακτικές περιπλοκές και, προ παντός, εκείνα τα προαισθήματα που ελάχιστα έχουν ληφθεί υπόψη, το τι θα σήμαινε δηλαδή ο άνθρωπος αυτός αν αποτελούσε παράγοντα της ζωής μας. Πρόκειται για αισθήματα ιδιαίτερα σκοτεινά και περίπλοκα, που όμως μου φαίνεται ότι καθορίζουν και αυτά τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε ακόμα και κάποιον που μας είναι εντελώς ξένος.
Μέσα από τη συνεχή πορεία της, η ζωή παράγει, για παράδειγμα, αισθήματα και τρόπους συμπεριφοράς που πρέπει κανείς να τους αποδώσει θρησκευτικό χαρακτήρα, μολονότι δεν βιώνονται επ’ ουδενί λόγω με μια θρησκευτική έννοια ούτε ανήκουν σε αυτή. Ο έρωτας και οι εντυπώσεις της φύσης, οι ιδεατές ανατάσεις και η αφοσίωση σε ευρύτερες ή στενότερες κοινότητες της ανθρωπότητας, έχουν συχνά μια τέτοια απόχρωση, η οποία όμως δεν ακτινοβολεί πάνω τους εκπορευόμενη από τη “θρησκεία” ως κάτι το αυτόνομο και το ολοκληρωμένο. Αντίθετα, η θρησκεία είναι εκείνη που δημιουργείται, καθώς τούτο το ιδιότυπο στοιχείο, ου είναι συνυφασμένο με όλα τα βιώματα αυτού του είδους και συμμετέχει στον προσδιορισμό του τόπου με τον οποίο βιώνονται, αίρεται ως ιδιαίτερη υπόσταση, απαλλάσσεται από το περιεχόμενό τους και, αυτοδημιουργούμενο, αποκρυσταλλώνεται στη μορφή των καθαρών μορφωμάτων που αποτελούν τις εκφράσεις του: στη μορφή των θεοτήτων, εντελώς ανεξάρτητα από το ποια είναι η αλήθεια και η σημασία που κατέχουν αυτά τα μορφώματα από τη στιγμή που το στοιχείο τούτο αποκτά αυτόνομη ζωή, και εντελώς διαχωρισμένα από όλες αυτές τις πρόδρομες μορφές. Η θρησκευτικότητα, στην τονική κλίμακα της οποίας βιώνουμε αναρίθμητα αισθήματα και πεπρωμένα, δεν προέρχεται -ή προέρχεται τρόπον τινά μόνο εκ των υστέρων- από τη θρησκεία ως ιδιαίτερη υπερβατική περιοχή, αλλά αντίθετα η θρησκεία γεννιέται από αυτή τη θρησκευτικότητα, στο μέτρο που η τελευταία αρχίζει να δημιουργεί περιεχόμενα αφ’ εαυτής, αντί να διαμορφώνει και να χρωματίζει μόνο τα περιεχόμενα που δίνονται από τη ζωή και συνεχίζουν να συνυφαίνονται με αυτή.
Το να αναζητεί κανείς τον ψυχικό τόνο ενός τοπίου μόνο σε αυτές τις γενικές λογοτεχνικολυρικές συναισθηματικές έννοιες αποτελεί μια από εκείνες τις πλήρεις παρανοήσεις οι οποίες παρακωλύουν την κατανόηση της εικαστικής τέχνης, αλλά και της εποπτικότητας εξ ολοκλήρου. Ο ψυχικός τόνος που ανήκει πραγματικά και ατομικά σε ένα τοπίο μπορεί να εκφραστεί τόσο λίγο με τέτοιου είδους αφαιρέσεις, όσο και η εποπτική μορφή του με έννοιες. Ακόμα και αν ψυχικός δεν ήταν τίποτα άλλο από το αίσθημα που προξενεί το τοπίο στο θεατή, το αίσθημα αυτό, στην πραγματικά προσδιορισμένη μορφή του, θα ήταν και πάλι αναντικατάστατα συνδεδεμένο με το συγκεκριμένο τοπίο.
Όταν χαρακτηρίζουμε κάτι το πραγματικό ως φύση, ή εννοούμε κάποια εσωτερική ποιότητα, τη διαφορά του έναντι της τέχνης και του τεχνητού, έναντι του ιδεατού και του ιστορικού, ή ό,τι θα πρέπει να ισχύει ως εκπρόσωπος και σύμβολο εκείνου του συνολικού είναι, έτσι ώστε να ακούμε τη ροή του τελευταίου να αντηχεί μέσα σε αυτό.
Και τότε. Ώ, θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, θαλασσοπράσινες κρεατόμυγες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος που οι αχτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιασαν, τον ξυπνούσαν άπ`τη νάρκη του.
Καθώς περπατούσα μου φάνηκε πως άκουγα να τρέχουνε νερά, βαθιά σε υπόγεια λούκια. Κόλλησα χάμω τ'αυτί μου και άκουσα καθαρά μαζί με τα νερά που γλουγλουκίζανε και ένα ανάλαφρο θρόισμα : κομμάτια μετάξι που σέρνονταν πάνω σε βότσαλα.
Αντιλαμβανόμαστε το κέντρο μας ταυτόχρονα έξω από μας και μέσα μας, διότι τόσο εμείς οι ίδιοι όσο και το έργο μας δεν είμαστε παρά απλά στοιχεία κάποιων ολοτήτων.
Comments (1)
georgia tsianta said
at 8:23 pm on Apr 26, 2008
<object width="425" height="355"><param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/CBgf2ZxIDZk&hl=en"></param><param name="wmode" value="transparent"></param><embed src="http://www.youtube.com/v/CBgf2ZxIDZk&hl=en" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" width="425" height="355"></embed></object>
You don't have permission to comment on this page.